Moncler

Η φίρμα ιδρύθηκε το 1952, στο Μονεστιέ ντε Κλερμόν (το Moncler είναι συντόμευση), ένα χωριό δίπλα στην Γκρενόμπλ της Γαλλίας, από τον Ρενέ Ραμιγιόν, επιχειρηματία που εξειδικευόταν σε είδη ορειβασίας (καπιτονέδες υπνόσακους), ο οποίος έφτιαξε τα πρώτα καπιτονέ μπουφάν από πούπουλο για να προστατεύσει τους εργάτες από το κρύο. Ο πρώτος που τα πρόσεξε ήταν ο ορειβάτης Λιονέλ Τερέ. Το αποτέλεσμα έβλεπε την εξειδικευμένη σειρά "Moncler pour Lionel Terray": καπιτονέ μπουφάν, γάντια, υπνόσακοι υψηλής αντοχής με εξαιρετική προστασία, ώστε να είναι κατάλληλα για τα πιο σκληρά κλίματα.

Αυτό ήταν το έναυσμα για να εξοπλίσει η φίρμα αποστολές που κατέκτησαν, μεταξύ άλλων, την οροσειρά Καρακορούμ το 1954 (εξόπλισε την ιταλική αποστολή, τους Achille Compagnoni και Lino Lacedelli, κατακτώντας τη δεύτερη θέση), και το 1955 το Μακαλού, το πέμπτο ψηλότερο βουνό στον κόσμο, πείθοντας για τις επιδόσεις της σε συνθήκες παγετού. Βρήκε απήχηση στους αθλητές, η επιτυχία όμως σύντομα πέρασε και στις σικ χειμερινές πίστες, με πιστούς από τη γαλλική ολυμπιακή ομάδα ως διασημότητες του διεθνούς τζετ σετ, όπως ο Αλέν Ντελόν, η Μπριζίτ Μπαρντό και η Τζάκι Κένεντι-Ωνάση.

Στις αρχές του '80 τα γυαλιστερά μπουφάν με τα έντονα χρώματα κατακλύζουν τους δρόμους του Μιλάνου και της Φλωρεντίας και γίνονται το σύμβολο του «Paninaro», όπως χαρακτήριζαν τους ιταλούς εφήβους με εμμονή στις φίρμες.

Η σχεδιάστρια Chantal Thomass, που συνεργάστηκε με την εταιρεία μέχρι το 1989, αναθεώρησε την εμφάνιση του καπιτονέ μπουφάν και αντικατέστησε το φερμουάρ με κουμπιά και χρησιμοποίησε διακοσμητικά γούνινα, σατέν και αναστρέψιμα υφάσματα.

Το 1992 η φίρμα «πολιτογραφήθηκε» ιταλική περνώντας στην Pepper Industries και 11 χρόνια αργότερα, η εταιρία εξαγοράστηκε από τον Ιταλό επιχειρηματία Remo Ruffini, σημερινό Πρόεδρο και Δημιουργικό Διευθυντή. Με όραμα να την κάνει παγκόσμια, το πρώτο του βήμα ήταν να επαναπροσδιορίσει το προϊόν. «Κλειδί» σε αυτό έγινε μια πιο εξειδικευμένη σειρά, που θα έφερε την υπογραφή σχεδιαστή.

Έτσι, γεννήθηκε το 2006 η Moncler Gamme Rouge, μια γυναικεία σειρά υψηλής ραπτικής, έχοντας στο πηδάλιο αρχικά την Αλεσάντρα Φακινέτι και από το 2008 τον ιταλό σχεδιαστή Τζιαμπαντίστα Βάλι, κερδίζοντας κριτικούς μόδας και καταναλωτές. Ακολούθησε το 2009 η ανδρική Gamme Bleu, σειρά με επικεφαλής στον σχεδιασμό τον Τομ Μπράουν, που συνδυάζει τη ραφή «sur mesure» με αθλητικές προδιαγραφές.

Έναν χρόνο αργότερα ο Ρουφίνι λανσάρισε και την Grenoble, μια υψηλών επιδόσεων σειρά, παρουσιάζοντας διαφορετικές εκδοχές του καπιτονέ μπουφάν. Σε κάθε περίπτωση στόχος του είναι να κάνει ένα όσο το δυνατόν πιο ελαφρύ μπουφάν. Ηδη με την τεχνική που εφαρμόζει έχει καταφέρει να φτιάξει πουπουλένια μπουφάν με βάρος 220 γραμμαρίων για τους άνδρες και 160 γραμμαρίων για τις γυναίκες.

Η φίρμα χρησιμοποιεί την καλύτερη ποιότητα σε γαλλικό πούπουλο χήνας, από το Περιγκόρ νότια της Βρετάνης, γνωστό ως «duvet neuf» ή «four-flake down», το οποίο προσδίδει στα πανωφόρια 85% μονωτική δύναμη και μεγάλη ελαφρότητα.         
 
Τελευταία, η ανάπτυξη της εταιρίας είναι ραγδαία. Τον Ιούνιο του 2011 η Moncler SpA και οι μέτοχοί της ανακοίνωσαν συμφωνία συνεργασίας με τη Eurazeo, μια γαλλική επενδυτική εταιρεία, η οποία απέκτησε μερίδιο 45%, εκτοξεύοντας την αξία του ομίλου στα 1,2 δισ. ευρώ και ενισχύοντας την προοπτική στη διεθνή αγορά αλλά και την είσοδο στο Χρηματιστήριο.

Την ίδια ώρα τα ποσοστά των υπόλοιπων μετόχων διαμορφώθηκαν σε 32% για τον Ρέμο Ρουφίνι, 17,8% για την Carlyle, 5% για την Brands Partners 2 και 0,25% για τον Σέρτζιο Μπουοντζιοβάνι.

Εξάλλου το να είσαι μέλος ενός μεγαλύτερου ομίλου βοηθά. «Ως όμιλος έχουμε περισσότερους πόρους στη διάθεσή μας, έτσι ώστε να μπορούμε διαρκώς να επιδιώκουμε την ανάπτυξη της εταιρείας και να προσπαθούμε να ενισχύσουμε την αξία των σημάτων» εξηγεί ο Ρουφίνι.

Σήμερα ο όμιλος Moncler περιλαμβάνει, εκτός από την ομώνυμη φίρμα, σήματα όπως Henry Cotton's, Marina Yachting και Coast Weber & Ahaus, ενώ έχει συνάψει συμφωνία για τη σειρά 18CRR81 της Cerruti.  

Χώρα

Δείτε επίσης